σκανδαλώδης

σκανδαλώδης
ης, ες скандальный, постыдный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "σκανδαλώδης" в других словарях:

  • σκανδαλώδης — ες / σκανδαλώδης, ῶδες, ΝΜΑ [σκάνδαλον] αυτός που βάζει σε πειρασμό, που σκανδαλίζει νεοελλ. αυτός που προκαλεί το δημόσιο αίσθημα, τη γενική αποδοκιμασία και κατάκριση (α. «σκανδαλώδης επέμβαση» β. «σκανδαλώδης συμπεριφορά») μσν. αρχ. αυτός που… …   Dictionary of Greek

  • σκανδαλώδης, -ης, -ες — γεν. ους, αιτ. η, πληθ. ουδ. η, επίρρ. ώς αυτός που προκαλεί τη γενική αποδοκιμασία: Η σκανδαλώδης διαχείριση του δημόσιου χρήματος προκάλεσε την απομάκρυνση του αρμόδιου υπουργού. – Μερικοί ευνοήθηκαν σκανδαλωδώς στις τελευταίες προαγωγές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

  • ευδοξία — (; – 404 μ.Χ.). Αυτοκράτειρα του Βυζαντίου (400 4). Κόρη Φράγκου στρατηγού, έγινε σύζυγος του αυτοκράτορα Αρκαδίου (395 408). Η Ε. ήταν υπερβολικά φιλόδοξη και αυταρχική με έντονη προσωπικότητα. Ήρθε γρήγορα σε σύγκρουση με τον ισχυρό ευνούχο… …   Dictionary of Greek

  • πολύψογος — η, ο / πολύψογος, ον, ΝΑ πολύ ψεκτός, αξιοκατόκριτος, πολύ σκανδαλώδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + ψόγος (< ψέγω) πρβλ. κακό ψογος] …   Dictionary of Greek

  • Κίρκεγκορ, Σέρεν Όμπι — (Sören Aabye Kierkegaard, Κοπεγχάγη 1813 – 1855). Δανός φιλόσοφος και θρησκευτικός στοχαστής. Ο πατέρας του ήταν ένας πλούσιος έμπορος από την Κοπεγχάγη, άκαμπτος λουθηρανός, ο οποίος ανέθρεψε τον γιο του σε αυστηρά θρησκευτικό περιβάλλον και… …   Dictionary of Greek

  • Μαρία — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ονομαζόταν και Μαριάμ. Ήταν η μητέρα του Χριστού, η Θεοτόκος. Οι μόνες πληροφορίες για τον βίο της περιέχονται στα ευαγγέλια και στα απόκρυφα κείμενα. Βλ. λ. Θεοτόκος. 2. Μ. η Μαγδαληνή. Καταγόταν… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»